Σήμερα λοιπόν στη δουλειά, ξύθηκα τόσο, που σχεδόν μάτωσα… Και το χάρηκα! Δεν συμβαίνει και πολύ συχνά… Όποτε έχω λοιπόν την ευκαιρία, το φχαριστιέμαι! Συνήθως τρέχω πάνω κάτω, να προλαβω ηλίθιες προθεσμίες, που δεν έχουν κανένα ουσιαστικό νόημα, παρά μόνο να αγχώνουν όσους εμπλέκονται στην διεκπεραίωσή τους.
Το ότι βέβαια σήμερα δεν έτρεχα, δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετώπισα για άλλη μια φορά τον παραλογισμό και την βλακεία, σε όλη τους την μεγαλοπρέπεια. Αλλά σήμερα είχα το κουράγιο να γελάω μαζί τους… Μια απλή βόλτα στο διάδρομο, με έστειλε στο γραφείο μου διπλωμένη απ΄τα γέλια. Ένας συνάδελφος, στο δικό του γραφείο, κοιτούσε την οθόνη του με ένα ύφος μεταξύ του “βαριέμαι θανάσιμα” και “θεέ μου τι τραγωδία”… Φοβήθηκα ότι θα τον απορροφήσει η οθόνη, έτσι όπως είχε καρφωθεί σαν ζόμπι. Στο παραδίπλα γραφείο, ένας κόκκορας, κορδομένος, σταυροπόδι, με το bluetooth σκουλαρίκι, αγόρευε μεγαλοφώνως, και με πομπώδεις χειρονομίες. Προφανώς μιλούσε με κάποιον στο τηλέφωνο, εγώ όμως έβλεπα έναν άνθρωπο να φωνάζει με σθένος στον τοίχο….! Έλιωσα! Τι αντιδιαστολή εικόνων… Παράλληλες πραγματικότητες! Γυρίζω και λέω στη συγκάτοικο “που μου θες και να πάμε σινεμά να γελάσουμε… Άι τράβα μια βόλτα στον διάδρομο, να κατουρηθείς…” Με άκουσε, το ‘παθε…
Με αποτελείωσε ένα χαρτί. Το οποίο έλεγε: “…σας ενημερώνουμε τα εξής:”. Κάπου εκεί κυλίστηκα στη μοκέτα… Οκ παιδιά, ενημερώστε τά μας…καν’τε τα μας κι αναβάθμιση… ποιά όμως?! Βρε, τι σου κάνει μια μικρή λεξούλα, όπως το “για”. Ασύντακτοιοιοιοι….. Ενημερώνω κάποιον ΓΙΑ κάτι. Αλλά τι λέω τώρα… Και ήταν ένα ρημαδόχαρτο που το περίμενα 8 μήνες. Μου τα ενημέρωσε. Ποιά, δεν ξέρω. Να ‘ναι καλά παντως, για το γέλιο που μου χάρισε, καινούρια σκωταριά έφτιαξα η γυναίκα… Κάτι τέτοια χαρτάκια, τα κρατάω στο προσωπικό μου αρχείο, να γελάει το χειλάκι μου άμα είμαι πικραμένη… τα βγάζω απ’ το συρτάρι, και σε δυο τρία λεπτά, αρχίζω να χαχανίζω… Το δράμα είναι ότι έχω γεμίσει ένα συρτάρι από δαύτα… Μαργαριτάρια μαθητών σου λέει μετά. Να σου δείξω γω μαργαριτάρια ενηλίκων, μορφωμένων, και καλά, με πτυχία, και σε θέσεις… Αμέ…
Έριξα κι έναν καυγά με μια κολητή online. Βέβαια… Μεγάλες στγμές, αξέχαστες. Αυγά της έλεγα, καλάθια μου απαντούσε, από δω το ‘φερε, από κει το γύρισε, χτύπησε ένα πρόσωπο που εκείνη δεν συμπαθεί, για μένα όμως σημαίνει κάποια πραματάκια. Και δεν μου αρέσει να μου πειράζουν τα πραματάκια μου…Εκνευρίζομαι. Από μικρή μου έλεγαν, ότι η γλώσσα μου είναι πιο μεγάλη από το μπόι μου. Καταλήγω ότι έτσι είναι. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχω να απαντήσω. Πάντα έχω. Και καίει, τσιμπάει, τρυπάει. Μεγαλώνοντας βέβαια, έχω μάθει να εκτιμώ καταστάσεις, και να κρίνω που με συμφέρει να το ράψω. Μου κοστίζει όμως. Μα, να το’χω, και να μην μπορώ να το πω!!! Καταπίεση… Καταπιέζομαι στην δουλειά, αρνούμαι να καταπιεστώ οπουδήποτε αλλού. Ας είναι ο κολλητός, η ξαδέρφη, η μάνα μου. Και το έχω δηλώσει. Τους το λέω! “Προσέχετε τι με ρωτάτε, απαντάω!!!”. Τίποτα… Και πάνε να ζητήσουν και ρέστα μετά! Ε, δεν έχω, μου τελειώσανε.
Έτσι και με την κολλητή. Της έχωσα δυο τρία γερά, λεκτικά, χαστούκια στο μουσούδι, τελείωσε. Η θέση μου είναι απλή: Θέλω/πιστεύω αυτό. Έχεις όλο το δικαίωμα να μην συμφωνείς, να πιστεύεις κάτι άλλο. Οκ. Σε άκουσα. Σε σέβομαι. Τελεία. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου τη λες για αυτό που θέλω ή πιστεύω. Κανένα. Δεν στο κάνω, μην μου το κάνεις. Δαγκώνω. Άσχημα. Χωρίς τύψεις, διότι έχω προειδοποιήσει.
Τις χάρηκα λοιπόν και τις δαγκωνιές που έριξα. Να τα ξεκαθαρίζουμε τα πράματα, να μην μπερδευόμαστε. Και γύρισα σπίτι περιχαρής, να φτιάξω τα πράματά μου, να πάω αύριο ταξιδάκι… Πού είναι το σακ-βουαγιάζ? Στην αποθήκη, α ναι. Τα κλειδιά της αποθήκης… καλέ! Πού είναι τα κλειδιά της αποθήκης? Πού πήγαν? Αχμ…. Μπαμπάαααα! Ο οποίος προς το παρόν είναι εκτός συνόρων. Και θεώρησε καλό να τα αφήσει στην αδελφή του. Που μένει σε ένα άλλο σπίτι.
Παράαααααλογοοοοο……..?!
Άντε καλέ… γιατί!? Κατέβα κάτω, πάρε τ’ αμάξι, τρέχα να βρεις τα κλειδιά… Μα την αλήθεια, συγχίστηκα! Μου ανέβηκε λίγο αίμα στο κεφάλι… Ναι, είμαι οξύθυμη, αρπάζομαι εύκολα. Ο παραλογισμός με τρελαίνει, έχω πρόβλημα, το παραδέχομαι! Πήγα παρόλα αυτά, πήρα τα κλειδια, κατέβηκα στην αποθήκη, βρήκα ένα σακ βουαγιάζ, η ζωή είναι και ωραία…Και στο επόμενο μισάωρο, κατάφερα να με ηρεμήσω τόσο πολύ, που ξεμπλοκάρισα και το φερμουάρ που ήταν κολλημένο χρόνια… Πώς? Απλά, το χάιδεψα, και του τραγούδησα λιγάκι… δεν κάνω πλάκα. Άνοιξε.
Και αύριο πουρνό πουρνό την κάνω, και μου αρκεί για να χαμογελώ ακόμα…Καλά να περάσω, και θα σας τα λέω..