Ναι, έχω μίαν μικράν γατάθλιψιν… Οι φίλοι μου είναι μακριά. Αυτός που κρατάει τη σκέψη μου, ακόμα πιο μακριά. Κι εγώ εδώ, βολοδέρνω ώρες ώρες… Φεύγοντας απ’ τη δουλειά, σκέφτηκα να πάω να δω καμιά ταινία. Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει. Δεν άντεξα τη σκέψη, ούτε να γυρίσω σπίτι, ούτε να κλειστώ σε μια σκοτεινή αίθουσα. Αέρα ήθελα. Βγαίνοντας απ’ το γκαράζ, σκεφτόμουν πού να πάω για να τον συναντήσω. Φύση ήθελα, μα δέντρα, μα θάλασσα, να ανασάνω, και πού να τα βρω στην τερατούπολη…
Τελικά τα κατάφερα. Κατέβηκα στο ακροθαλάσσι. Και, ήταν πολύ καλή επιλογή. Απόγευμα, μα νύχτα, χωρίς κόσμο και κίνηση ακόμα, μια τρελή να περπατά μόνη της με γρήγορο βήμα… Φύσαγε αέρας κάθαρσης, κι έσκαγαν τα κύματα στα βράχια, και άκουγα τη θάλασσα… Χειμωνιάτικη, άγρια. Πήρα τη σκάλα και κατέβηκα στα βράχια, δυο μέτρα απ’ το κύμα. Με πήρε και με σήκωσε ο αέρας, και το χάρηκα. Άδειαζε το κεφάλι μου σιγά σιγά, χαλάρωνε κείνη η σιδερένια τανάλια που μου ‘σφιγγε ανελέητα τα μηνίγγια. Συνέχισα να περπατώ, και σταματούσα στις γωνιές, ν’ ακούω τον ήχο της. Να μου φέρνει μυνήματα, να με συνδέει με τόπους μακρινούς, να της δίνω τα μηνύματα να τα πηγαίνει στα πόδια των δικών μου ανθρώπων, όπου είναι… Όλους τους τόπους τους συνδέουν τα νερά. Κι συνέχισα να περπατώ…
Έρχονταν οι σκέψεις και τις έδιωχνα μακριά, τις έβλεπα να φεύγουν σαν καρβουνόσκονη, από το πίσω μέρος του κεφαλιου μου. Δεν ήθελα να σκέφτομαι, ήθελα μόνο να μην πονάω, και περπατούσα… Ο αέρας δεν μου χαρίστηκε, δεν ήμουν και τόσο ζεστά ντυμένη, μα τον ήθελα, ήξερα ότι μου ‘κανε καλό…Και ξαφνικά μια σκέψη, δεν μπόρεσα να τη διώξω. Αυτός. Άραγε πού να ‘σαι, πώς περνάς…μπορείς κι εσύ να κλέψεις δυο λεπτάκια, να κοιτάξεις τη θάλασσα, να ησυχάσεις? Και η εικόνα ολοζώντανη, να λες στον οδηγό να σταματήσει λίγο, βγαίνεις, πας λίγο παραπέρα και λίγο από συνήθεια, λίγο γιατί σε βλέπει, βγάζεις κι ανάβεις τσιγάρο. Αυτή είναι η δικαιολογία σου, ένα τσιγάρο ο χρόνος σου, και με την πρώτη τζούρα, χάνεται το βλέμμα στον ορίσζοντα. Και τότε, κάτι που δεν έχω ξανανιώσει κι όλο προσπαθώ να το πω με λέξεις. Ένα κάψιμο, με κόμπο μαζί στον λαιμό, και να κλείναν προς τα μέσα καίγοντας τα πλευρά μου… Είμαι καλά? έχω κάτι? ή ήσουν εσύ?
Στάθηκα, πήρα ανάσες και συνέχισα. Κι όταν τελικά γύρισα στο αμάξι, πριν τακτοποιηθώ πλήρως, γύρισα το κλειδί, να ζεσταίνεται… Κι ο στίχος όρμηξε αφοπλίζοντας με “για να χει όνειρα να κάνει ο ενικός”… Από όλα τα τραγούδια, από όλους τους στίχους, αυτό… Αυτός ο στίχος που συνέδεσα με σένα, γιατί ακούστηκε όταν μου έκοψες τον πληθυντικο, αυτό το τραγούδι που σαου έστειλα για δώρο.
Εσύ ήσουν. Να ‘σαι καλά. Σε περιμένω.
Γύρισα σπίτι, λίγο πιο ήρεμη, και χωρίς την τανάλια. Με τη μικρή μου γατάθλιψη.