Αναρτήθηκε από: griniarogato | Δεκεμβρίου 11, 2008

Ντροπή…

Δηλώνω επισήμως ότι είμαι 5 χρονών, και δεν καταλαβαίνω τίποτα.  Τα εγκεφαλκά μου κύτταρα, σύμφωνα με το πνεύμα των ημερών, που προς θλίψη μου δεν είναι το αγαπημένο μου Christmass Spirit, έχουν κυρήξει γενική απεργία.

Βλέπω τις εικόνες στην τηλεόραση, με πιάνει σύγκρυο. Διασχίζω μια πόλη που φέρει εμφανή σημάδια βίας. Ακούω κοράκια στα παράθυρα και θέλω να τα ξεπουπουλιάσω. Διαβάζω, διαβάζω, διαβάζω στο δίκτυο και… το κενό. Το μυαλό μου μένει σε ήχους και εικόνες. Μαθητές στους δρόμους να φωνάζουν “ντροπή, ντροπή, σκοτώσαν το παιδί”, ένα μήνυμα σε τηλεοπτική εκπομπή να λέει “αυτό δεν είναι υπόμνημα, είναι υπόνομος πάνω από το μνήμα”, παιδιά να δίνουν λουλούδια σε ένστολους που δεν τα παίρνουν, και τα κοιτούν με βλέμμα κακό,  χημικά και δακρυγόνα να εξαπολύονται κατά παιδιών, γονιών, δασκάλων και από την άλλη, κάποιοι, με κουκούλες, σπάνε καίνε, λεηλατούν, και κανείς δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό…

Όχι δεν μπορεί να συμβαίνει. Και όμως το ζω. Και ξέρω, ότι έτσι και βγει αύριο το πόρισμα της βαλλιστικής και πει “εξοστρακισμός” , δεν θα μείνει κολυμπηθρόξυλο…

Μικροκομματισμοί και κωλοσυμφέροντα, ψηφοθηρία και καρεκλολαγνεία, πάνω από έναν νεκρό μαθητή και αποκαΐδια πόλεων… Ντροπή.

Κράτος, θεσμοί, αξίες, πολιτική, λέξεις μόνο, κούφιες και κενές πια, εδώ και πολύ καιρό, απλά τώρα έπεσε η σταγόνα, ξεχείλισε το ποτήρι…Παιδί σκοτώθηκε, τα παιδιά ξεσηκώθηκαν. Λογικό δεν είναι? Δεν ξέρω. Η λογική, άλλη μια κενή νοήματος λέξη. Αυτά που συμβαίνουν είναι πρωτοφανή σε αυτόν τον τόπο. Ο παραλογισμός, η ανοησία , η ανικανότητα, βγήκαν στο δρόμο και παρελαύνουν σε όλο τους το μεγαλείο. Δεν θέλω να ακούω δηλώσεις, γιατί θα μπω κι εγώ στον πειρασμό να σπάσω κάτι. Τα μούτρα τους. Δεν ντρέπονται…

Όχι. Δεν ντρέπονται. Από τι είναι φτιαγμένοι? Πάει καιρός που αυτός ο τόπος καταρρέει. Η περίφημη “γενιά του Πολυτεχνείου” ένα παραμύθι. Ποιά γενιά του Πολυτεχνείου? Ποιό Πολυτεχνείο? Δουλευόμαστε? Όσοι πολέμησαν σκοτώθηκαν. Κι έμειναν οι βολεμένοι και οι φοβισμένοι, τα λαμόγια και οι γλείφτες, που έχτισαν το χάος που ζούμε σήμερα.

Έχω ακούσει και διαβάσει, μέσα σε τρεις μόνο μέρες ότι άποψη μπορεί, αλλά και δεν μπορεί να φανταστεί κανείς, από κάθε πιθανό και απίθανο άνθρωπο. Και το μόνο που έχω να σχολιάσω είναι πως ο Clint Eastwood είχε δίκιο, τελικά: “οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες, καθένας έχει κι από μία”.

Δεν είναι πικρός μόνο αυτός ο καφές, κινίνο είναι. Θα μπορούσα να κάνω μια βαθιά ανάλυση, για το τι φταίει και τι συμβαίνει. Τι θα ωφελούσε δεν ξέρω. Και γι’ αυτό δεν το κάνω. Άλλωστε, θα ήταν μόνο “η άποψή μου”.

Στον σεισμό του ’99 έπαθα ολικό σοκ, βγήκα πανικόβλητη στον δρόμο, κάτασπρη και άλαλη, περπατώντας σαν την τρελή προς το πατρικό μου. Συνήλθα αυτοστιγμή όταν δυο πιτσιρίκια που φώναζαν κι έτρεχαν έπεσαν πάνω μου. Τα άρπαξα, και κοίταξα γύρω μου, καμιά δεκαριά μέτρα παραπέρα ούρλιαζε η μάνα τους, της τα πήγα.

Βλέπω κρατικά όργανα καταστολής και τήρησης της τάξης να επιτίθενται σε παιδιά που τους πετάνε νεράντζια και τους δίνουν λουλούδια και να αφήνουν κάποιους να καταστρέφουν το βιος κάποιων άλλων.

Και απλά, δεν καταλαβαίνω…

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Δεκεμβρίου 5, 2008

Και τώρα…

…εγώ πώς θα κοιμηθώ?

Είναι απαράδεκτο…όλη τη βδομάδα να κουτουλάω από τη νύστα, έφτασε Παρασκευή βράδυ, σπιτάκι μου, δυο μέτρα απ’ το κρεββάτι μου, και να μην πηγαίνω… Κάτι μου λείπει. Κλωθωγυρνάω όλες τις μέρες στο κεφάλι μου. Πήγα ένα ταξιδάκι, καλά ήταν. Γύρισα, και τι πρωτότυπο, έπεσα μες στα σκατά. Λίγο τα φεγγάρια, λίγο το pms που έχει κάνει τις ορμόνες ασανσέρ, λίγο η συνήθης παράνοια…Μαζώχτηκαν πάλι. Καλά το είπε η αστρολόγα μου, η χτεσινή μέρα ήταν για τα σκουπίδια. Άκουσα ένα χεστήρι πρωί πρωί απ’ το αφεντικό-χωρίς κανένα απολύτως λόγο, ούτε καν αφορμή! Έτσι ρε παιδάκι μου, ήθελε να τα πει και τα ‘πε. Και είχα σηκωθεί με καλή διάθεση… Γιατί σαφέστατα προχτές, δεν είχα. Τα χάλια μου είχα. Αλλά χτες…ήταν όλοι βαλτοί. Έφυγα νωρίς μεν, έκανα δυο ώρες να γυρίσω σπίτι δε. Κίνηση? Ποιά κίνηση? Αχ…

Πήγα στο σούπερμαρκετ. Μέσα σε όλα, ήθελα να πάρω και βούτυρο. Λοιπόν, να πάτε και σεις, και αν βρείτε βούτυρο, που να είναι βούτυρο όμως, όχι να “μοιάζει” με βούτυρο ή να “περιέχει βούτυρο” ή δεν ξέρω τι άλλο, να μου το πέιτε σας παρακαλώ, να το πάρω κι εγώ, γιατί πολύ απογοητεύτηκα… Μαργαρίνη με ιχθυέλαιο, που να ανεβάζει τα ω-3 βρήκα. Και με τροποποιημένο άμυλο. Και με διάφορα άλλα που τα διάβαζα, δεν τα καταλάβαινα, κι αν τα καταλάβαινα ανέβαζα πίεση. Εγώ λίγο βούτυρο ήθελα!!!

Γύρισα σπίτι, ήρθε ο κολλητός, τα ‘παμε, χασμουριόμασταν κι οι δυο. Τρόμαξα να σηκωθώ σήμερα το πρωί, κι ήμουν και σαν το φάντασμα.  Πέρασε η μέρα, ήρθε η νύχτα η ποθητή, να κοιμηθώ να ισώσω, σκεφτόμουν και… πάρε να ΄χεις τώρα. Πού πήγε ο ύπνος μου? Άσε, μην το απαντήσεις, ξέρω… Τον θέλω πίσω όμως τον ύπνο μου, γιατί όπως λέει και το λαλά, μόνο στα όνειρα μπορώ να σε αγγίζω…

Κάθομαι και χαλάω τη ζαχαρένια μου με μικρές ανοησίες, όπως το βούτυρο και οι ηλίθιοι συνεργάτες, τη στιγμή που ένας γνωστός, ο οποίος την πρώτη και μοναδική φορά που με είδε με “έστειλε” κατευθείαν εκεί που λαχταρώ, κι απ’ όπου προέρχομαι, ένας άνθρωπος τόσο ιδιαίτερος, νοσηλέυεται με μια απ’ τις χειρότερες αρρώστιες… Αχ, καρδιά μου. Οι ευχές μου είναι ΚΑΙ κοντά σου πια.

Είναι όλα τόσο ανατρέψιμα… Γιατί να μην το λέμε ο ένας στον άλλον όταν αγαπάμε? Τι φοβόμαστε?

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Νοεμβρίου 27, 2008

Παράλογο!?

Σήμερα λοιπόν στη δουλειά, ξύθηκα τόσο, που σχεδόν μάτωσα… Και το χάρηκα! Δεν συμβαίνει και πολύ συχνά… Όποτε έχω λοιπόν την ευκαιρία, το φχαριστιέμαι! Συνήθως τρέχω πάνω κάτω, να προλαβω ηλίθιες προθεσμίες, που δεν έχουν κανένα ουσιαστικό νόημα, παρά μόνο να αγχώνουν όσους εμπλέκονται στην διεκπεραίωσή τους.

Το  ότι βέβαια σήμερα δεν έτρεχα, δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετώπισα για άλλη μια φορά τον παραλογισμό και την βλακεία, σε όλη τους την μεγαλοπρέπεια. Αλλά σήμερα είχα το κουράγιο να γελάω μαζί τους… Μια απλή βόλτα στο διάδρομο, με έστειλε στο γραφείο μου διπλωμένη απ΄τα γέλια. Ένας συνάδελφος, στο δικό του γραφείο, κοιτούσε την οθόνη του με ένα ύφος μεταξύ του “βαριέμαι θανάσιμα” και “θεέ μου τι τραγωδία”… Φοβήθηκα ότι θα τον απορροφήσει η οθόνη, έτσι όπως είχε καρφωθεί σαν ζόμπι. Στο παραδίπλα γραφείο, ένας κόκκορας, κορδομένος, σταυροπόδι, με το bluetooth σκουλαρίκι, αγόρευε μεγαλοφώνως, και με πομπώδεις χειρονομίες. Προφανώς μιλούσε με κάποιον στο τηλέφωνο, εγώ όμως έβλεπα έναν άνθρωπο να φωνάζει με σθένος στον τοίχο….! Έλιωσα! Τι αντιδιαστολή εικόνων… Παράλληλες πραγματικότητες! Γυρίζω και λέω στη συγκάτοικο “που μου θες και να πάμε σινεμά να γελάσουμε… Άι τράβα μια βόλτα στον διάδρομο, να κατουρηθείς…” Με άκουσε, το ‘παθε…

Με αποτελείωσε ένα χαρτί. Το οποίο έλεγε: “…σας ενημερώνουμε τα εξής:”. Κάπου εκεί κυλίστηκα στη μοκέτα… Οκ παιδιά, ενημερώστε τά μας…καν’τε τα μας κι αναβάθμιση… ποιά όμως?! Βρε, τι σου κάνει μια μικρή λεξούλα, όπως το “για”. Ασύντακτοιοιοιοι….. Ενημερώνω κάποιον ΓΙΑ κάτι. Αλλά τι λέω τώρα… Και ήταν ένα ρημαδόχαρτο που το περίμενα 8 μήνες. Μου τα ενημέρωσε. Ποιά, δεν ξέρω. Να ‘ναι καλά παντως, για το γέλιο που μου χάρισε, καινούρια σκωταριά έφτιαξα η γυναίκα… Κάτι τέτοια χαρτάκια, τα κρατάω στο προσωπικό μου αρχείο, να γελάει το χειλάκι μου άμα είμαι πικραμένη… τα βγάζω απ’ το συρτάρι, και σε δυο τρία λεπτά, αρχίζω να χαχανίζω… Το δράμα είναι ότι έχω γεμίσει ένα συρτάρι από δαύτα… Μαργαριτάρια μαθητών σου λέει μετά. Να σου δείξω γω μαργαριτάρια ενηλίκων, μορφωμένων, και καλά, με πτυχία, και σε θέσεις… Αμέ…

Έριξα κι έναν καυγά με μια κολητή online. Βέβαια… Μεγάλες στγμές, αξέχαστες. Αυγά της έλεγα, καλάθια μου απαντούσε, από δω το ‘φερε, από κει το γύρισε, χτύπησε ένα πρόσωπο που εκείνη δεν συμπαθεί, για μένα όμως σημαίνει κάποια πραματάκια. Και δεν μου αρέσει να μου πειράζουν τα πραματάκια μου…Εκνευρίζομαι. Από μικρή μου έλεγαν, ότι η γλώσσα μου είναι πιο μεγάλη από το μπόι μου. Καταλήγω ότι έτσι είναι. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχω να απαντήσω. Πάντα έχω. Και καίει, τσιμπάει, τρυπάει. Μεγαλώνοντας βέβαια, έχω μάθει να εκτιμώ καταστάσεις, και να κρίνω που με συμφέρει να το ράψω. Μου κοστίζει όμως. Μα, να το’χω, και να μην μπορώ να το πω!!! Καταπίεση… Καταπιέζομαι στην δουλειά, αρνούμαι να καταπιεστώ οπουδήποτε αλλού. Ας είναι ο κολλητός, η ξαδέρφη, η μάνα μου. Και το έχω δηλώσει. Τους το λέω! “Προσέχετε τι με ρωτάτε, απαντάω!!!”. Τίποτα… Και πάνε να ζητήσουν και ρέστα μετά! Ε, δεν έχω, μου τελειώσανε.

Έτσι και με την κολλητή. Της έχωσα δυο τρία γερά, λεκτικά, χαστούκια στο μουσούδι, τελείωσε. Η θέση μου είναι απλή: Θέλω/πιστεύω αυτό. Έχεις όλο το δικαίωμα να μην συμφωνείς, να πιστεύεις κάτι άλλο. Οκ. Σε άκουσα. Σε σέβομαι. Τελεία. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μου τη λες για αυτό που θέλω ή πιστεύω. Κανένα. Δεν στο κάνω, μην μου το κάνεις. Δαγκώνω. Άσχημα. Χωρίς τύψεις, διότι έχω προειδοποιήσει.

Τις χάρηκα λοιπόν και τις δαγκωνιές που έριξα. Να τα ξεκαθαρίζουμε τα πράματα, να μην μπερδευόμαστε. Και γύρισα σπίτι περιχαρής, να φτιάξω τα πράματά μου, να πάω αύριο ταξιδάκι… Πού είναι το σακ-βουαγιάζ? Στην αποθήκη, α ναι. Τα κλειδιά της αποθήκης… καλέ! Πού είναι τα κλειδιά της αποθήκης? Πού πήγαν? Αχμ…. Μπαμπάαααα! Ο οποίος προς το παρόν είναι εκτός συνόρων. Και θεώρησε καλό να τα αφήσει στην αδελφή του. Που μένει σε ένα άλλο σπίτι.

Παράαααααλογοοοοο……..?! 

Άντε καλέ… γιατί!? Κατέβα κάτω, πάρε τ’ αμάξι, τρέχα να βρεις τα κλειδιά… Μα την αλήθεια, συγχίστηκα! Μου ανέβηκε λίγο αίμα στο κεφάλι… Ναι, είμαι οξύθυμη, αρπάζομαι εύκολα. Ο παραλογισμός με τρελαίνει, έχω πρόβλημα, το παραδέχομαι! Πήγα παρόλα αυτά, πήρα τα κλειδια, κατέβηκα στην αποθήκη, βρήκα ένα σακ βουαγιάζ, η ζωή είναι και ωραία…Και στο επόμενο μισάωρο, κατάφερα να με ηρεμήσω τόσο πολύ, που ξεμπλοκάρισα και το φερμουάρ που ήταν κολλημένο χρόνια… Πώς? Απλά, το χάιδεψα, και του τραγούδησα λιγάκι… δεν κάνω πλάκα. Άνοιξε.

Και αύριο πουρνό πουρνό την κάνω, και μου αρκεί για να χαμογελώ ακόμα…Καλά να περάσω, και θα σας τα λέω..

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Νοεμβρίου 27, 2008

Καλημέρα!

Καλημέρα! Καλημέρα…? Βρε αμάν, καλημέρα…?

Βρε τι κακό είν’αυτό… ξεχάσαμε να λέμε καλημέρα? Να την απαντάμε? Δεν θέλουμε? Τι κρίμα αλήθεια… Μια χαμογελαστή  καλημέρα μπορεί να φωτίσει τη μέρα μας, να την αλλάξει, να την κάνει πιο όμορφη… 10 καλημέρες είπα σήμερα. Οι μισές απαντήθηκαν. Άλλες πέντε, δεν τις είπα. Ήταν τέτοια τα μούτρα που έβλεπα, που, το ομολογώ, φοβήθηκα… Τους έχω κάνει κάτι? Όχι, δεν τους ξέρω, δεν έχουμε interaction. Αλλά, στο ίδιο κτίριο δουλεύουμε, τι θα σε γίνει μπρε να σκάσεις μισό χαμόγελο… Ναι, οκ, ο καθείς έχει τα δικά του, τα ντέρτια του, τα προβλήματά του. Κι εγώ. Αν περιφέρω δηλαδή την προβοσκίδα μου κατεβασμένη, να σούρνεται στο πάτωμα, θα λυθούν? Πολύ αμφιβάλλω.  Είναι κι αυτό μια εσωτερική προσπάθεια, είναι κι αυτό ένας μικρός αγώνας. Και οι περισσότεροι, συνειδητά ή ασυνείδητα, επιλέγουν να μην τον δώσουν. Και βουλιάζουν, ακόμα περισσότερο, σ’αυτούς τους απαίσιους βάλτους.

Αλήθεια σας λέω, σφίχτηκε η καρδιά μου. Ναι, δεν είναι ωραία η πόλη, ναι, δεν μας πολυαρέσει το πρωινό ξύπνημα και το 8ωρο, που συνήθως γίνεται 12ωρο… Αλλά αυτό δεν θα αλλάξει προς το καλύτερο αν δεν μιλιόμαστε! Οκ, τελυταία έχω κανα δυο λόγους να χαμογελάω λίγο περισσότερο. Αλλά πρόσφατα πέρασα από δύσκολα στενά. Είχα τις κλειστές μου, ναι. Αλλά όχι να μην πω μια καλημέρα βρε αδερφέ…

Κι εγώ γκρινιάζω, και γι’ αυτό ήρθα κι έφτιαξα το blog. Για να γκρινιάζω στον αέρα, να φεύγει αυτή η γκρι ανθρακί, έως μαύρη, ενέργεια, να διασκορπίζεται, και να μην κάθεται πηχτή πάνω μου, πάνω σου…Δε θέλω να σου κρατάω μούτρα, όποιος κι αν είσαι. Αλλά δεν μπορώ ρε φίλε να τα κάνω όλα μόνη μου… πρέπει να περπατήσεις κι εσύ τον μισό δρόμο. Αν δεν το κάνεις, δεν δικαιούσαι να γκρινιάξεις. Άστο το προνόμιο σε μένα, σε παρακαλώ!

Και για άλλη μια φορά, επιμένω… Καλημέρα!

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Νοεμβρίου 26, 2008

Πόσο βαριέμαι…

…τη βλακεία. Με κουράζει αφάνταστα. Αυτή, και τα συμπλέγματα, σχεδόν θανατηφόρος συνδυασμός. Γιατί δεν ασχολείται ο καθένας με τα δικά του ψυχολογικά προβλήματα, μπας και κάποια στιγμή γίνουμε όλοι λίιιιγο καλύτεροι, αλλά τα περιφέρει αδειάζοντάς τα πάνω στους άλλους?Μεγάλη απορία, και δεν προβλέπεται να βρω και καμιά άπάντηση.

Πόσο βαριέμαι τις συζητήσεις χωρίς νόημα, τις αντιπαραθέσεις έτσι, για το “κουβέντα να γίνεται”… Όχι ρε φίλε. Αν δεν έχει ζουμί, κι αν δεν είναι να καταλήξουμε κάπου, ας συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε και τέλος. Απλό δεν είναι? Όοοοχι, ας συνεχίσουμε μέχρι να καταλήξουμε όλοι με σμπαραλιασμένο νευρικό σύστημα, προσποιούμενοι ότι έχουμε κατακτήσει τη νιρβάνα… Ειδικά τα διαδικτυακά φόρουμς, τα έχω σκυλοβαρεθεί, και σπανίως πατώ εκεί μέσα. Με 10 χρόνια θητεία, τι άλλο να μάθω πια… όλα τ ακολπάκια και τα τερτίπια, καταγεγραμμένα, και απλώς γραμμένα τα έχω. Κρυμμένοι πίσω από την ανωνυμία μας, νομίζουμε ότι κάτι έγινε… Είναι απίστευτο, πόσοι άνθρωποι εξαρτούν τη διάθεση, το γέλιο και τα νεύρα τους, την όποια επιβεβαίωση του άρρστου εγώ τους, μέσα από τον φανταστικό κόσμο του διαδικτύου…Don’t get me wrong. Το αγαπώ το διδαδίκτυο. Κι εγώ εδώ είμαι, ανώνυμη. Αλλά απλώς υπάρχω, και γκρινιάζω, όπως εξαρχής δήλωσα ότι θα κάνω, χωρίς να ενοχλώ κανέναν που δεν γουστάρει. Εργαλείο είναι το δίκτυο. Δεν μπορώ να το κατηγορήσω, όπως δεν μπορώ να κατηγορήσω κι ένα μαχαίρι. Το θέμα είναι, αυτός που το κρατάει, τι το κάνει.

Όλα αυτά, επειδή πάλι, μόλις τώρα, είδα μια βλακεία σε ένα φόρουμ. Σιγά μην αρχίσω τσακωμό. Έρχομαι στη γωνιά μου (εδώ), τα λέω στον τοίχο, τελειώνει το θέμα.

Πόσο βαριέμαι, τους ηλίθιους ανταγωνισμούς. Και δυστυχώς για μένα, κινούμαι σε έναν χώρο που βρωμάει από δαύτους. Λες και κάνει καμιά διαφορά…λες και κάτι θα αλλάξει… Ομαδικό πνεύμα, για την επίτευξη του κοινού σόχου, το σύντομο ανέκδοτο του αιώνα… πολύ βαριέμαι. Τελικά, έχω μεγάλο πρόβλημα γιατρέ μου?

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Νοεμβρίου 20, 2008

Θα το κάνω πιο συχνά

Ναι, έχω μίαν μικράν γατάθλιψιν… Οι φίλοι μου είναι μακριά. Αυτός που κρατάει τη σκέψη μου, ακόμα πιο μακριά. Κι εγώ εδώ, βολοδέρνω ώρες ώρες… Φεύγοντας απ’ τη δουλειά, σκέφτηκα να πάω να δω καμιά ταινία. Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει. Δεν άντεξα τη σκέψη, ούτε να γυρίσω σπίτι, ούτε να κλειστώ σε μια σκοτεινή αίθουσα. Αέρα ήθελα. Βγαίνοντας απ’ το γκαράζ, σκεφτόμουν πού να πάω για να τον συναντήσω. Φύση ήθελα, μα δέντρα, μα θάλασσα, να ανασάνω, και πού να τα βρω στην τερατούπολη… 

Τελικά τα κατάφερα. Κατέβηκα στο ακροθαλάσσι. Και, ήταν πολύ καλή επιλογή. Απόγευμα, μα νύχτα, χωρίς κόσμο και κίνηση ακόμα, μια τρελή να περπατά μόνη της με γρήγορο βήμα… Φύσαγε αέρας κάθαρσης, κι έσκαγαν τα κύματα στα βράχια, και άκουγα τη θάλασσα… Χειμωνιάτικη, άγρια. Πήρα τη σκάλα και κατέβηκα στα βράχια, δυο μέτρα απ’ το κύμα. Με πήρε και με σήκωσε ο αέρας, και το χάρηκα. Άδειαζε το κεφάλι μου σιγά σιγά, χαλάρωνε κείνη η σιδερένια τανάλια που μου ‘σφιγγε ανελέητα τα μηνίγγια. Συνέχισα να περπατώ, και σταματούσα στις γωνιές, ν’ ακούω τον ήχο της. Να μου φέρνει μυνήματα, να με συνδέει με τόπους μακρινούς, να της δίνω τα μηνύματα να τα πηγαίνει στα πόδια των δικών μου ανθρώπων, όπου είναι… Όλους τους τόπους τους συνδέουν τα νερά. Κι συνέχισα να περπατώ…

Έρχονταν οι σκέψεις και τις έδιωχνα μακριά, τις έβλεπα να φεύγουν σαν καρβουνόσκονη, από το πίσω μέρος του κεφαλιου μου. Δεν ήθελα να σκέφτομαι, ήθελα μόνο να μην πονάω, και περπατούσα… Ο αέρας δεν μου χαρίστηκε, δεν ήμουν και τόσο ζεστά ντυμένη, μα τον ήθελα, ήξερα ότι μου ‘κανε καλό…Και ξαφνικά μια σκέψη, δεν μπόρεσα να τη διώξω. Αυτός.  Άραγε πού να ‘σαι, πώς περνάς…μπορείς κι εσύ να κλέψεις δυο λεπτάκια, να κοιτάξεις τη θάλασσα, να ησυχάσεις? Και η εικόνα ολοζώντανη, να λες στον οδηγό να σταματήσει λίγο, βγαίνεις, πας λίγο παραπέρα και λίγο από συνήθεια, λίγο γιατί σε βλέπει, βγάζεις κι ανάβεις τσιγάρο. Αυτή είναι η δικαιολογία σου, ένα τσιγάρο ο χρόνος σου, και με την πρώτη τζούρα, χάνεται το βλέμμα στον ορίσζοντα. Και τότε, κάτι που δεν έχω ξανανιώσει κι όλο προσπαθώ να το πω με λέξεις. Ένα κάψιμο, με κόμπο μαζί στον λαιμό, και να κλείναν προς τα μέσα καίγοντας τα πλευρά μου… Είμαι καλά? έχω κάτι? ή ήσουν εσύ?

 Στάθηκα, πήρα ανάσες και συνέχισα. Κι όταν τελικά γύρισα στο αμάξι, πριν τακτοποιηθώ πλήρως, γύρισα το κλειδί, να ζεσταίνεται… Κι ο στίχος όρμηξε αφοπλίζοντας με “για να χει όνειρα να κάνει ο ενικός”… Από όλα τα τραγούδια, από όλους τους στίχους, αυτό… Αυτός ο στίχος που συνέδεσα με σένα, γιατί ακούστηκε όταν μου έκοψες τον πληθυντικο, αυτό το τραγούδι που σαου έστειλα για δώρο.

Εσύ ήσουν. Να ‘σαι καλά. Σε περιμένω.

Γύρισα σπίτι, λίγο πιο ήρεμη, και χωρίς την τανάλια. Με τη μικρή μου γατάθλιψη.

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Νοεμβρίου 17, 2008

Δεν φταίει κανας άλλος…

…φταίω εγώ, και μόνον εγώ η ηλίθια, που κάθομαι και ασχολούμαι…

Σήμερα βγαίναμε μαζί απ’ το γκαράζ. Εγώ μπροστά, με το αμάξι, εκείνος πίσω, με τη μηχανή. Εγώ σήκωσα τη μπάρα, περάσαμε και οι δυο. Και δεν του ήταν βολετό, ούτε το χέρι να κουνήσει σε ένα γεια, μόνο εξαφανίστηκε ελισσόμενος ανάμεσα σε εμάς, τους φρακαρισμένους τετράτροχους.

Μια πικρή γεύση στο στόμα. Όχι γιατί κάποτε τον είχα ερωτευτεί κιόλας, χέσ’το αυτό, άλλωστε το αντιπαρήλθα με ευκολία ζηλευτή.  Αλλά γιατί τον βοήθησα. Πήρα την ανάσα του στα χέρια μου, γείωσα το κλάμα του κι άλλα τόσα, που έκαναν τον ιδρώτα κόμπους να βγαίνει από το μέτωπό μου τρεις μέρες, και καλά που ήμασταν στη φύση, γείωνα κι επαναφορτιζόμουν άμεσα. Έφυγα διακοπές κι είχα το κινητό κρεμασμένο πάνω μου, γιατί έπαιρνε 2-3 φορές τη μέρα, να μου πει τις καινούριες εμπειρίες, τις αισθήσεις, διαισθήσεις, πρόοδό του… Το βράδυ όταν τρόμαζε, εγώ παρηγοριά στους εφάλτες του.

Τον αγαπούσα απ’ την αρχη, και του είχα αδυναμία, και του έχω ακόμα. Αλλά ποτέ δεν τον εμπιστεύτηκα. Και προφανώς, καλά έκανα. Με κάποια στραβά που ίσιωσε, έκλαψα από χαρά. Αυτή ήταν η ανταμοιβή μου. Ήξερα, ένιωθα, ότι δεν είναι για πολλά. Κι ας είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, ο μόνος που έχω βρει, να νιώθω πως είναι από τη δική μου φυλή, από την Ακτίνα μου. Ίσως να ‘χε δίκιο ο άλλος που μου είχε πει, υπάρχουν αρκετοί, είναι κοντά, αλλά δεν είναι πια τόσο εξελιγμένοι… Δεν ξέρω αν εγώ είμαι τόσο εξελιγμένη, αλλά μια καλημέρα τη λέω, ακόμα και σε όσους δεν πολυγουστάρω τα μούτρα τους, γιατί μια καλημέρα είναι, δε γαμιέται… Φάγαμε απ’ το ίδιο πιάτο, ήπιαμε απ’ το ίδιο ποτήρι, καπνίσαμε το ίδιο τσιγάρο, κοιμόταν στο κουκούλι της δικιάς μου αύρας να τον προστατεύω, να τον γιατρεύω, δεν έφερε αντίρρηση στο παραμικρό που συμβούλευα ή σχεδον διέτασσα, πιο υπάκουο “μαθητή/ασθενή” δεν ξαναείχα… So promising… θυμήθηκα τα παλιά, αλλά την τρέλα μου, κι εκεί μαλακία είχε κάνει…

Μετά απ’ όλα αυτά… ούτε διαμάντια περίμενα, ούτε ποταμούς τριαντάφυλλα.

Αλλά, διάολε, μια καλημέρα…

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Νοεμβρίου 17, 2008

Περιμένοντας

Βρέχει. Και δεν είναι αυτό καθαυτό το γεγονός που με χαλάει, είναι που θέλω να βγω να πάρω δυο βλαστάρια μπαμπού, να πάω στη θειά μου να πιούμε καφέ, και το σκέφτομαι, γιατί ρίχνει παπάδες και αστράφτει μητροπολίτες και βροντάει πατριάρχες, κι όσο που να πεις, είναι λίγο άβολο αυτό. Θα μπορούσα βέβαια να σηκώθω να πλύνω τα πιάτα -αλλά βαριέμαι- ή να κάνω γιόγκα, αλλά είμαι πιασμένη, και δεν μπορώ να καταλάβω πώς το έκανα, εκτός κι αν πηδιόμουν στον ύπνο μου, και να πάρει, δεν το θυμάμαι κιόλας…

Κοιτάζω τις φωτογραφίες από τα γεννέθλια, έχω τώρα τρία χρόνια να συγκρίνω, να δω πρόσωπα, τούρτες και καταστάσεις, ποιοί ήρθαν, ποιοί φύγαν, ποιοί έμειναν, τι καλύτερο για ένα βροχερό απόγευμα του Νοέμβρη. Και παίζω, μπρος στην οθόνη μου. Πίνω τη λεμονάδα μου, κι εξετάζω τις επιλογές μου. Μ’άρεσε σήμερα που γύρισα νωρίς σπιτάκι μου, λόγω της ημέρας. Δυστυχώς αύριο, θα πρέπει να δουλέψω πάλι, και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, αν και κανείς δεν μου το ζήτησε, δεν είμαι κι ενθουσιασμένη με την προοπτική.

Και μέσα όλα αυτά τα καταπληκτικά, περιμένω. Ένα τηλεφώνημα που δεν ξέρω αν και πότε θα γίνει, ένα μήνυμα, που χλωμό το κόβω να σταλεί, ένα σου σημάδι μόνο, που λέει κι ο Νότης. Άραγε θα το δώσεις? Μας τελειώνει ο χρόνος ξέρεις. Δεν ε΄χει σημασία ότι αντικειμενικά δεν υπάρχει, μιλάω γι’ αυτόν που έχουμε φτιάξει εμείς. Εμείς οι άνθρωποι, οι συχνά, απάνθρωποι…

Κι όσο το παρατηρώ, δεν θα σταματήσει. Η βροχή. πρέπει λοιπόν να το πάρω απόφαση, κι αν θέλω ναι και ναι να ξεμυτίσω, θα κάνουμε παρέα. Όχι…δεν είμαι ζάχαρη. Οι δρόμοι είναι ποτάμια, κι εγώ δεν έχω βάρκα, αυτοκίνητο έχω.

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Νοεμβρίου 17, 2008

Μια χαρά!

…που νιώθω…! Γιατί αυτό που κάνω, δεν το ξέρει κανείς, γνωστός και φίλος! Διότι δεν θα είχε νόημα… Γιατί αν το έλεγα, μετά θα σκεφτόμουν, α, θα μπει ο τάδε και θα διαβάσει αυτό, και θα σκεφτεί εκείνο, και μπορεί να μου πει το άλλο…Άμα ήταν έτσι χρυσό μου, τα ‘γραφα και στο facebook…βρε ουστ! Κανένας λέμε… Τώρα, αν είσαι γνωστός και πέσεις πάνω μου, σιγά μη με γνωρίσεις. Κι αν το κάνεις, κι αν ρωτήσεις, θα σε βγάλω τρελό! Ξέρεις πόση πείρα έχω αποκτήσει εγώ, να κάνω την ανήξερη κινέζικη πάπια? Τόση, που κινδύνεψα να βρεθώ γλυκόξινη…

Έτσι που λες. Ουδείς γνωρίζει, και ουδείς θα γνωρίσει. Επιτέλους, δικό μου! Το μικρό μου διαβολάκι, ξεπροβάλλει και χαίρεται με την σκανταλιά του. Καιρό είχε. Και ξέρεις, τώρα που άρχισε, δε σκοπεύει να σταματήσει έτσι απλά…θα συνεχίσει τις σκανταλιές, αμέ, γιατί έχει όνειρα και στόχους, και σκοπό να τους πετύχει. Κουράστηκε να κάθεται πίσω, και να τα αφήνει όλα στο Σύμπαν. Θα κουνήσει κι αυτό την ουρίτσα του, και  γαία πυρί μιχθήτω! Χεχε!

Αναρτήθηκε από: griniarogato | Νοεμβρίου 17, 2008

Γεια σας…

Είπα επιτέλους, μετά από χρόοοονια βόλτες γύρω τριγύρω, να έρθω κι εγώ στη Bloggoσφαιρα… Και ο λόγος είναι απλός: θέλω να γκρινιάξω. Τόσο απλά.  Είναι μια εσωτερική μου ανάγκη, που θέλω να εξωτερικεύσω, και η ψυχολόγος μου αποφάσισε πρόσφατα να αυξήσει την ταρίφα, όποτε, δε βγαίνω μάνα μου, δεν βγαίνω…

Για όλες τις φορές που θέλω να γκρινιάξω, να ουρλιάξω, και να τα σπάσω, χωρίς ταυτόχρονα να φορτωθώ στους φίλους μου, γιατί κι αυτοί τα ίδια κι άλλα τόσα τραβάνε, και για να μην βγω στους δρόμους, γιατί θα με μαζέψουνε-λες κι οι ρέστοι είναι καλύτεροι…

Θα κάνω λοιπόν την ιδιωτική μου ψυχοθεραπεία εδώ, το δήλωσα εξαρχής. Από δω και πέρα, μπαίνεις με δική σου ευθύνη, σ’αρέσει μένεις, πες και μια καλημέρα, δε σ’αρέσει φεύγεις, δε σε κρατάει κανείς-μα κανείς όμως… Αλλά μή μου τα ζαλίσεις κι εσύ, πολύ πάει.

Καλή μου αρχή, κρυμμένη πίσω απ’ την ανωνυμία μου, τη γκρίνια, κι ένα μικρό παραπονιάρικο νιάου- γιατί έτσι…

Κατηγορίες

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.